Греческий словарь
с грамматикой

ολοκληρώνω

[oloklɪˈrono]глаголB1

Значения

1
завершать, заканчивать
to complete, to finish · ολοκληρώνω το έργο — завершить работу
2
доводить до конца, исполнять полностью
to carry through, to accomplish fully · ολοκληρώνω τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση — закончить среднее образование

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ολοκληρώνω
εσύ
ολοκληρώνεις
αυτός
ολοκληρώνει
εμείς
ολοκληρώνουμε
εσείς
ολοκληρώνετε
αυτοί
ολοκληρώνουν
Аорист
εγώ
ολοκλήρωσα
εσύ
ολοκλήρωσες
αυτός
ολοκλήρωσε
εμείς
ολοκληρώσαμε
εσείς
ολοκληρώσατε
αυτοί
ολοκλήρωσαν
Будущее
εγώ
θα ολοκληρώσω
εσύ
θα ολοκληρώσεις
αυτός
θα ολοκληρώσει
εμείς
θα ολοκληρώσουμε
εσείς
θα ολοκληρώσετε
αυτοί
θα ολοκληρώσουν

Примеры

Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου πέρυσι.
Я закончил учёбу в прошлом году. · I completed my studies last year.
Θα ολοκληρώσουν το έργο τον επόμενο μήνα.
Они завершат проект в следующем месяце. · They will finish the project next month.
Πρέπει να ολοκληρώσεις αυτή την αναφορά σήμερα.
Ты должен закончить этот отчёт сегодня. · You need to complete this report today.
Το έργο ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
Проект был успешно завершён. · The project was completed successfully.