Греческий словарь
с грамматикой

ολοκληρωτικός

[olokliroˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
полный, тотальный, абсолютный
complete, total, absolute · ολοκληρωτική αποτυχία — полный провал
2
тоталитарный
totalitarian · ολοκληρωτικό καθεστώς — тоталитарный режим

Грамматика

мужской род
им.
ολοκληρωτικός
вин.
ολοκληρωτικό
род.
ολοκληρωτικού
зват.
ολοκληρωτικέ
женский род
им.
ολοκληρωτική
вин.
ολοκληρωτική
род.
ολοκληρωτικής
зват.
ολοκληρωτική
средний род
им.
ολοκληρωτικό
вин.
ολοκληρωτικό
род.
ολοκληρωτικού
зват.
ολοκληρωτικό

Примеры

Η ολοκληρωτική κατάρρευση της οικονομίας ήταν αναπόφευκτη.
Полный крах экономики был неизбежен. · The complete collapse of the economy was inevitable.
Αυτή η απόφαση είναι ολοκληρωτικά λανθασμένη.
Это решение совершенно неправильно. · This decision is entirely wrong.
Ο ολοκληρωτικός έλεγχος του κράτους άλλαξε την κοινωνία.
Тотальный контроль государства изменил общество. · The totalitarian control of the state transformed society.