ολισθαίνω
[oliˈsθeno]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
скользить, проскальзывать
to slip, to slide · ολισθαίνω στο πάγο — проскальзываю по льду
2
незаметно проникать, вкрадываться
to slip into, to creep in · ολισθαίνω στη συνομιλία — вкрадываюсь в беседу
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ολισθαίνω
εσύ
ολισθαίνεις
αυτός
ολισθαίνει
εμείς
ολισθαίνουμε
εσείς
ολισθαίνετε
αυτοί
ολισθαίνουν
Аорист
εγώ
ολίσθησα
εσύ
ολίσθησες
αυτός
ολίσθησε
εμείς
ολισθήσαμε
εσείς
ολισθήσατε
αυτοί
ολίσθησαν
Будущее
εγώ
θα ολισθήσω
εσύ
θα ολισθήσεις
αυτός
θα ολισθήσει
εμείς
θα ολισθήσουμε
εσείς
θα ολισθήσετε
αυτοί
θα ολισθήσουν
Примеры
Ολίσθησα στο πάγο και έπεσα.
Я проскользнул по льду и упал. · I slipped on the ice and fell.
Προσέχ, ολισθαίνεις εκεί.
Осторожно, ты скользишь там. · Watch out, you're slipping there.
Το σχόλιό του ολίσθησε μέσα στη συζήτηση χωρίς να το προσέξει κανείς.
Его замечание незаметно вкралось в беседу без внимания. · His remark slipped into the discussion unnoticed.
Ολισθαίνουν τα χέρια μου όταν δεν έχουν τριψίδι.
Мои руки скользят, когда нет трения. · My hands slip when there is no friction.