οικότοπος
[ikˈɔtopos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
экотип, местообитание (в экологии)
habitat, ecological niche · ο οικότοπος του πουλιού — местообитание птицы
2
естественная среда обитания, экосистема
natural environment, ecosystem · προστασία του οικότοπου — защита окружающей среды
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο οικότοπος
вин.
τον οικότοπο
род.
του οικότοπου
зват.
οικότοπε
Мн. ч.
им.
οι οικότοποι
вин.
τους οικότοπους
род.
των οικότοπων
зват.
οικότοποι
Примеры
Ο οικότοπος των σαλαμάνδρων απειλείται.
Местообитание саламандр находится под угрозой. · The salamanders' habitat is under threat.
Πρέπει να προστατεύσουμε τους οικότοπους.
Мы должны защитить экосистемы. · We must protect these ecosystems.
Αυτός ο οικότοπος είναι ιδιαίτερα πλούσιος σε είδη.
Эта среда обитания особенно богата видами. · This habitat is particularly rich in species.