Греческий словарь
с грамматикой

οικόσημο

[ikˈɔsimo]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
герб, фамильный герб
coat of arms, family crest · το οικόσημο της οικογένειας — герб семьи

Грамматика

Ед. ч.
им.
το οικόσημο
вин.
το οικόσημο
род.
του οικοσήμου
зват.
οικόσημο
Мн. ч.
им.
τα οικόσημα
вин.
τα οικόσημα
род.
των οικοσήμων
зват.
οικόσημα

Примеры

Το οικόσημο της οικογένειας είναι πολύ παλιό.
Герб семьи очень древний. · The family coat of arms is very old.
Στα κάστρα διακρίνονται τα οικόσημα αρχόντων.
На замках различимы гербы знатных людей. · The coats of arms of nobles are visible on the castles.
Το οικόσημό του εμφανίζεται στη σφραγίδα.
Его герб изображён на печати. · His coat of arms appears on the seal.