Греческий словарь
с грамматикой

οικοτροφείο

[ikotroˈfi.o]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
интернат, учебное заведение с общежитием
boarding school · σχολείο με κατοικία — школа с проживанием
2
приют, дом призрения (для детей, сирот)
orphanage, children's home · ίδρυμα για ορφανά — учреждение для сирот

Грамматика

Ед. ч.
им.
το οικοτροφείο
вин.
το οικοτροφείο
род.
του οικοτροφείου
зват.
οικοτροφείο
Мн. ч.
им.
τα οικοτροφεία
вин.
τα οικοτροφεία
род.
των οικοτροφείων
зват.
οικοτροφεία

Примеры

Το οικοτροφείο αυτό φιλοξενεί περισσότερα από εκατό παιδιά.
Этот интернат вмещает более сотни детей. · This boarding school houses over a hundred children.
Πολλοί μαθητές μένουν στο οικοτροφείο όλη τη σχολική χρονιά.
Многие ученики живут в интернате весь учебный год. · Many students live in the boarding school throughout the academic year.
Η μητέρα της εργάζεται ως δασκάλα στα οικοτροφεία της πόλης.
Его мать работает учительницей в интернатах города. · His mother works as a teacher in the city's boarding schools.