Греческий словарь
с грамматикой

οικονομώ

[ikonoˈmo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
экономить, беречь
save, economize · οικονομώ χρήματα — экономлю деньги
2
щадить, жалеть
spare, be sparing with · οικονομώ τις δυνάμεις — берегу силы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οικονομώ
εσύ
οικονομείς
αυτός
οικονομεί
εμείς
οικονομούμε
εσείς
οικονομείτε
αυτοί
οικονομούν
Аорист
εγώ
οικονόμησα
εσύ
οικονόμησες
αυτός
οικονόμησε
εμείς
οικονομήσαμε
εσείς
οικονομήσατε
αυτοί
οικονόμησαν
Будущее
εγώ
θα οικονομήσω
εσύ
θα οικονομήσεις
αυτός
θα οικονομήσει
εμείς
θα οικονομήσουμε
εσείς
θα οικονομήσετε
αυτοί
θα οικονομήσουν

Примеры

Προσπαθώ να οικονομώ χρήματα για τις διακοπές.
Я стараюсь экономить деньги на отпуск. · I try to save money for my holidays.
Οικονόμησε τις δυνάμεις του και τελείωσε δυνατά.
Он берег силы и сильно финишировал. · He spared his strength and finished powerfully.
Δεν μπορούμε να οικονομούμε άλλο στο κεφάλαιο.
Мы больше не можем сокращать капитальные расходы. · We cannot economize further on capital expenses.