Греческий словарь
с грамматикой

οικοδομώ

[ikoðoˈmo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
строить (дом, здание)
build (a house, building) · οικοδομώ ένα σπίτι — строю дом
2
создавать, основывать (общество, отношения и т. д.)
build, establish (society, relationships, etc.) · οικοδομώ εμπιστοσύνη — строю доверие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οικοδομώ
εσύ
οικοδομείς
αυτός
οικοδομεί
εμείς
οικοδομούμε
εσείς
οικοδομείτε
αυτοί
οικοδομούν
Аорист
εγώ
οικοδόμησα
εσύ
οικοδόμησες
αυτός
οικοδόμησε
εμείς
οικοδομήσαμε
εσείς
οικοδομήσατε
αυτοί
οικοδόμησαν
Будущее
εγώ
θα οικοδομήσω
εσύ
θα οικοδομήσεις
αυτός
θα οικοδομήσει
εμείς
θα οικοδομήσουμε
εσείς
θα οικοδομήσετε
αυτοί
θα οικοδομήσουν

Примеры

Οικοδομούν νέα σχολεία στην περιοχή.
Они строят новые школы в районе. · They are building new schools in the area.
Οικοδόμησαν ένα μεγάλο κτίριο πέρυσι.
Они построили большое здание в прошлом году. · They built a large building last year.
Θα οικοδομήσουν μια γέφυρα στον ποταμό.
Они построят мост через реку. · They will build a bridge over the river.
Πρέπει να οικοδομήσουμε καλές σχέσεις μεταξύ μας.
Мы должны построить хорошие отношения между собой. · We need to build good relationships with each other.