οικοδέσποινα
[ikodˈespina]существительноеη · женский родB1
Значения
1
хозяйка дома, женщина, которая управляет домашним хозяйством
mistress of the house, housewife, woman in charge of a household · η οικοδέσποινα του σπιτιού — хозяйка дома
2
хозяйка (женщина, владеющая недвижимостью или помещением)
landlady, proprietress · η οικοδέσποινα του διαμερίσματος — хозяйка квартиры
Грамматика
Ед. ч.
им.
η οικοδέσποινα
вин.
την οικοδέσποινα
род.
της οικοδέσποινας
зват.
οικοδέσποινα
Мн. ч.
им.
οι οικοδέσποινες
вин.
τις οικοδέσποινες
род.
των οικοδεσποινών
зват.
οικοδέσποινες
Примеры
Η οικοδέσποινα ετοίμασε το φαγητό για τους φιλοξενούμενους.
Хозяйка дома приготовила еду для гостей. · The mistress of the house prepared the meal for the guests.
Η οικοδέσποινα του σπιτιού ήταν πολύ φιλόξενη.
Хозяйка была очень гостеприимной. · The housewife was very hospitable.
Οι οικοδέσποινες συναντήθηκαν στην αγορά.
Хозяйки встретились на рынке. · The housewives met at the market.
Πρέπει να μιλήσω με την οικοδέσποινα για τη μίσθωση.
Мне нужно поговорить с хозяйкой о сдаче в аренду. · I need to speak with the landlady about the rent.