οικογενειάρχης
[ikoyenˈearçis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
глава семьи, главный в семье
head of household, family patriarch · ο άντρας της οικογένειας — мужчина семьи
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο οικογενειάρχης
вин.
τον οικογενειάρχη
род.
του οικογενειάρχη
зват.
οικογενειάρχη
Мн. ч.
им.
οι οικογενειάρχες
вин.
τους οικογενειάρχες
род.
των οικογενειαρχών
зват.
οικογενειάρχες
Примеры
Ο οικογενειάρχης έπαιρνε όλες τις αποφάσεις.
Глава семьи принимал все решения. · The head of the household made all decisions.
Στην παραδοσιακή κοινωνία ήταν ο πατέρας ο οικογενειάρχης.
В традиционном обществе отец был главой семьи. · In traditional society, the father was the patriarch.
Ο νέος οικογενειάρχης ανέλαβε τις ευθύνες.
Новый глава семьи взял на себя ответственность. · The new family head assumed his responsibilities.