οικογένεια
[ikɔˈɣénia]существительноеη · женский родA1
Значения
1
семья
family · η οικογένειά μου — моя семья
2
род, поколение
lineage, generation · μια ευγενική οικογένεια — благородный род
Грамматика
Ед. ч.
им.
η οικογένεια
вин.
την οικογένεια
род.
της οικογένειας
зват.
οικογένεια
Мн. ч.
им.
οι οικογένειες
вин.
τις οικογένειες
род.
των οικογενειών
зват.
οικογένειες
Примеры
Η οικογένειά μου είναι μεγάλη.
Моя семья большая. · My family is large.
Περνάω τα Χριστούγεννα με την οικογένειά μου.
Я провожу Рождество со своей семьей. · I spend Christmas with my family.
Οι οικογένειες αυτής της περιοχής είναι πολύ φιλικές.
Семьи этого района очень дружелюбны. · The families in this area are very friendly.