Греческий словарь
с грамматикой

οδυνώ

[oðiˈno]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2

Значения

1
причинять боль, причинять страдание
to cause pain, to cause suffering · το πληγωμένο χέρι τον οδυνά — раненая рука причиняет ему боль
2
томить, изнурять; угнетать, мучить
to torment, to anguish; to distress · η απώλεια του φίλου τον οδύνησε — потеря друга мучила его

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οδυνώ
εσύ
οδυνάς
αυτός
οδυνά
εμείς
οδυνάμε
εσείς
οδυνάτε
αυτοί
οδυνάνε
Аорист
εγώ
οδύνησα
εσύ
οδύνησες
αυτός
οδύνησε
εμείς
οδυνήσαμε
εσείς
οδυνήσατε
αυτοί
οδύνησαν
Будущее
εγώ
θα οδυνήσω
εσύ
θα οδυνήσεις
αυτός
θα οδυνήσει
εμείς
θα οδυνήσουμε
εσείς
θα οδυνήσετε
αυτοί
θα οδυνήσουν

Примеры

Η τραυματική του εμπειρία τον οδυνά ακόμα σήμερα.
Его травматичный опыт по-прежнему мучит его. · His traumatic experience still torments him today.
Ο πόνος οδύνησε τον ασθενή όλη τη νύχτα.
Боль мучила пациента всю ночь. · The pain tormented the patient all night long.
Θα τον οδυνήσει αυτή η απόφαση για πολύ καιρό.
Это решение будет мучить его долгое время. · This decision will cause him pain for a long time.