οδοντόκρεμα
[oðonˈtokrɛma]существительноеη · женский родA1
Значения
1
зубная паста
toothpaste · κρέμα για τα δόντια — паста для зубов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η οδοντόκρεμα
вин.
την οδοντόκρεμα
род.
της οδοντόκρεμας
зват.
οδοντόκρεμα
Мн. ч.
им.
οι οδοντόκρεμες
вин.
τις οδοντόκρεμες
род.
των οδοντοκρεμών
зват.
οδοντόκρεμες
Примеры
Πρέπει να αγοράσω οδοντόκρεμα σήμερα.
Мне нужно купить зубную пасту сегодня. · I need to buy toothpaste today.
Η οδοντόκρεμα αυτή είναι πολύ καλή για τα δόντια.
Эта зубная паста очень хороша для зубов. · This toothpaste is very good for your teeth.
Έβαλε οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσα του.
Он нанёс зубную пасту на свою зубную щётку. · He put toothpaste on his toothbrush.
Έχουν πολλές διαφορετικές οδοντόκρεμες στο φαρμακείο.
В аптеке продаётся много разных зубных паст. · The pharmacy stocks many different toothpastes.