Греческий словарь
с грамматикой

οδοντόβουρτσα

[oðonˈtovurʦa]существительноеη · женский родA1

Значения

1
зубная щётка
toothbrush · βουρτσάζω τα δόντια μου — чищу свои зубы

Грамматика

Ед. ч.
им.
η οδοντόβουρτσα
вин.
την οδοντόβουρτσα
род.
της οδοντόβουρτσας
зват.
οδοντόβουρτσα
Мн. ч.
им.
οι οδοντόβουρτσες
вин.
τις οδοντόβουρτσες
род.
των οδοντόβουρτσων
зват.
οδοντόβουρτσες

Примеры

Θέλω να αγοράσω μια νέα οδοντόβουρτσα.
Я хочу купить новую зубную щётку. · I want to buy a new toothbrush.
Φύλαξε την οδοντόβουρτσά σου στο μπάνιο.
Положи свою щётку в ванную комнату. · Put your toothbrush in the bathroom.
Οι οδοντόβουρτσες είναι σημαντικές για την υγεία.
Щётки важны для здоровья. · Toothbrushes are important for health.