οδοντίατρος
[oðonˈdiatros]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
стоматолог, зубной врач
dentist · γιατρός για τα δόντια — врач для зубов
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο οδοντίατρος
вин.
τον οδοντίατρο
род.
του οδοντίατρου
зват.
οδοντίατρε
Мн. ч.
им.
οι οδοντίατροι
вин.
τους οδοντίατρους
род.
των οδοντιάτρων
зват.
οδοντίατροι
Примеры
Πήγα στον οδοντίατρο για έλεγχο.
Я пошёл к стоматологу на осмотр. · I went to the dentist for a checkup.
Ο οδοντίατρός μας είναι πολύ έμπειρος.
Наш стоматолог очень опытный. · Our dentist is very experienced.
Χρειάζομαι ραντεβού με τον οδοντίατρο.
Мне нужна запись на приём к стоматологу. · I need to book an appointment with the dentist.
Οι οδοντίατροι συνιστούν να βουρτσίζετε τα δόντια δύο φορές την ημέρα.
Стоматологи рекомендуют чистить зубы два раза в день. · Dentists recommend brushing your teeth twice a day.