Греческий словарь
с грамматикой

οδηγώ

[oðiˈɣo]глаголA1

Значения

1
водить (машину, автобус и т.д.)
to drive (a car, bus, etc.) · οδηγώ το αυτοκίνητο — я вожу машину
2
вести, руководить, направлять
to lead, guide, direct · οδηγώ τους φίλους μου — я веду своих друзей
3
приводить к (чему-то), вызывать
to lead to, result in, cause · αυτό οδηγεί σε προβλήματα — это приводит к проблемам

Грамматика

Настоящее время
εγώ
οδηγώ
εσύ
οδηγείς
αυτός
οδηγεί
εμείς
οδηγούμε
εσείς
οδηγείτε
αυτοί
οδηγούν
Аорист
εγώ
όδηξα
εσύ
όδηξες
αυτός
όδηξε
εμείς
οδήξαμε
εσείς
οδήξατε
αυτοί
όδηξαν
Будущее
εγώ
θα οδηγώ
εσύ
θα οδηγείς
αυτός
θα οδηγεί
εμείς
θα οδηγούμε
εσείς
θα οδηγείτε
αυτοί
θα οδηγούν

Примеры

Ο Γιάννης οδηγεί το αυτοκίνητό του κάθε μέρα.
Янис водит свою машину каждый день. · Yiannis drives his car every day.
Θα οδηγήσω εσένα στο σπίτι μου.
Я отведу тебя к себе домой. · I'll take you to my house.
Αυτή η απόφαση οδηγεί σε μεγάλα προβλήματα.
Это решение приводит к большим проблемам. · This decision leads to big problems.
Όδηξε τους επισκέπτες γύρω από το μουσείο.
Она провела посетителей по музею. · She guided the visitors around the museum.