οίδημα
[ˈiðima]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
отёк, опухоль
swelling, edema · οίδημα στο πόδι — отёк в ноге
Грамматика
Ед. ч.
им.
το οίδημα
вин.
το οίδημα
род.
του οιδήματος
зват.
οίδημα
Мн. ч.
им.
τα οιδήματα
вин.
τα οιδήματα
род.
των οιδημάτων
зват.
οιδήματα
Примеры
Ο ασθενής παρουσιάζει σημαντικό οίδημα στα άκρα.
Пациент показывает значительный отёк в конечностях. · The patient presents with significant swelling in the extremities.
Το οίδημα του προσώπου μειώθηκε μετά τη θεραπεία.
Отёк лица уменьшился после лечения. · The facial swelling decreased after treatment.
Τα οιδήματα εμφανίστηκαν λόγω αλλεργικής αντίδρασης.
Отёки появились из-за аллергической реакции. · The swellings appeared due to an allergic reaction.