Греческий словарь
с грамматикой

ξύω

[ˈksi.o]глаголB1

Значения

1
скрести, царапать
to scratch, to scrape · ξύω την πόρτα — скребу дверь
2
чесать (чешется)
to itch, to scratch (oneself) · με ξύνει το κεφάλι — меня чешется голова

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξύω
εσύ
ξύεις
αυτός
ξύει
εμείς
ξύουμε
εσείς
ξύετε
αυτοί
ξύουν
Аорист
εγώ
έξυσα
εσύ
έξυσες
αυτός
έξυσε
εμείς
ξύσαμε
εσείς
ξύσατε
αυτοί
έξυσαν
Будущее
εγώ
θα ξύσω
εσύ
θα ξύσεις
αυτός
θα ξύσει
εμείς
θα ξύσουμε
εσείς
θα ξύσετε
αυτοί
θα ξύσουν

Примеры

Η γάτα ξύει την καρέκλα με τα νύχια της.
Кошка царапает стул своими когтями. · The cat scratches the chair with its claws.
Αν ξύσεις το χρώμα, θα δεις το παλιό.
Если соскребешь краску, увидишь старую. · If you scrape off the paint, you'll see the old one.
Τον ξύνει το δέρμα του από τις μέρες.
Его кожа чешется из-за аллергии. · His skin itches from the allergies.
Έξυσα την ετικέτα από το παλιό βάζο.
Я соскоблил наклейку со старой банки. · I scraped the label off the old jar.