ξυπνητήρι
[ksiˈpniˌtiri]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
будильник
alarm clock · ο ήχος του ξυπνητηριού — звук будильника
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ξυπνητήρι
вин.
το ξυπνητήρι
род.
του ξυπνητηριού
зват.
ξυπνητήρι
Мн. ч.
им.
τα ξυπνητήρια
вин.
τα ξυπνητήρια
род.
των ξυπνητηρίων
зват.
ξυπνητήρια
Примеры
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις έξι το πρωί.
Будильник прозвенел в шесть утра. · The alarm clock went off at six in the morning.
Πρέπει να ρυθμίσω το ξυπνητήρι για αύριο.
Мне нужно установить будильник на завтра. · I need to set the alarm clock for tomorrow.
Τα ξυπνητήρια της κρεβατοκάμαρας είναι πολύ δυνατά.
Будильники в спальне очень громкие. · The alarm clocks in the bedroom are very loud.