Греческий словарь
с грамматикой

ξυπνάω

[ksiˈpnao]глаголA1

Значения

1
просыпаться, пробуждаться
to wake up, to awaken · ξυπνάω το πρωί — просыпаюсь утром
2
пробуждать, будить
to wake (someone up), to awaken · ξυπνάω το παιδί — будю ребёнка

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξυπνάω
εσύ
ξυπνάς
αυτός
ξυπνάει
εμείς
ξυπνάμε
εσείς
ξυπνάτε
αυτοί
ξυπνάνε
Аорист
εγώ
ξύπνησα
εσύ
ξύπνησες
αυτός
ξύπνησε
εμείς
ξυπνήσαμε
εσείς
ξυπνήσατε
αυτοί
ξύπνησαν
Будущее
εγώ
θα ξυπνήσω
εσύ
θα ξυπνήσεις
αυτός
θα ξυπνήσει
εμείς
θα ξυπνήσουμε
εσείς
θα ξυπνήσετε
αυτοί
θα ξυπνήσουν

Примеры

Ξυπνάω κάθε πρωί στις επτά.
Я просыпаюсь каждое утро в семь часов. · I wake up every morning at seven o'clock.
Χθες ξύπνησα πολύ νωρίς.
Вчера я проснулся очень рано. · Yesterday I woke up very early.
Ξύπνα! Θα αργήσουμε στο σχολείο.
Просыпайся! Мы опоздаем в школу. · Wake up! We'll be late for school.
Η μητέρα ξυπνάει τα παιδιά το πρωί.
Мать будит детей по утрам. · The mother wakes the children in the morning.