ξηρασία
[ksiɾaˈsia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
засуха, засушливый период
drought, dry spell · η ξηρασία του καλοκαιριού — летняя засуха
2
сухость, высыхание
dryness, aridity · η ξηρασία του δέρματος — сухость кожи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ξηρασία
вин.
την ξηρασία
род.
της ξηρασίας
зват.
ξηρασία
Мн. ч.
им.
οι ξηρασίες
вин.
τις ξηρασίες
род.
των ξηρασιών
зват.
ξηρασίες
Примеры
Η ξηρασία έχει καταστρέψει τις σοδειές.
Засуха уничтожила урожаи. · The drought has destroyed the crops.
Αντιμετωπίζουμε σοβαρή ξηρασία αυτό το καλοκαίρι.
Мы столкнулись с серьёзной засухой этим летом. · We are facing a serious drought this summer.
Η ξηρασία του δέρματος είναι συνηθισμένη το χειμώνα.
Сухость кожи зимой — явление частое. · Skin dryness is common in winter.
Οι ξηρασίες των τελευταίων ετών προκάλεσαν προβλήματα.
Засухи последних лет вызвали проблемы. · The droughts of recent years have caused problems.