Греческий словарь
с грамматикой

ξηραίνω

[ksiˈreno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйA2

Значения

1
высушивать, сушить
to dry, to make dry · ξηραίνω τα ρούχα — сушу одежду
2
становиться сухим, ссыхаться
to dry up, to become dry · το φύλλο ξηραίνεται — лист засыхает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξηραίνω
εσύ
ξηραίνεις
αυτός
ξηραίνει
εμείς
ξηραίνουμε
εσείς
ξηραίνετε
αυτοί
ξηραίνουν
Аорист
εγώ
ξήρανα
εσύ
ξήρανες
αυτός
ξήρανε
εμείς
ξηράναμε
εσείς
ξηράνατε
αυτοί
ξήραναν
Будущее
εγώ
θα ξηράνω
εσύ
θα ξηράνεις
αυτός
θα ξηράνει
εμείς
θα ξηράνουμε
εσείς
θα ξηράνετε
αυτοί
θα ξηράνουν

Примеры

Ξηραίνω τα ρούχα στον ήλιο.
Я сушу одежду на солнце. · I dry the clothes in the sun.
Το δέντρο ξηράθηκε από την ξηρασία.
Дерево засохло от засухи. · The tree dried up because of the drought.
Χθες ξήρανα τα μανιτάρια για το χειμώνα.
Вчера я высушил грибы на зиму. · Yesterday I dried the mushrooms for winter.
Αν συνεχίσει η ζέστη, θα ξηράνουν τα φυτά.
Если будет продолжаться жара, растения засохнут. · If the heat continues, the plants will dry up.