ξεχωριστός
[ksexoˈristos]прилагательноеA2
Значения
1
отдельный, раздельный
separate, distinct · δύο ξεχωριστά δωμάτια — две отдельные комнаты
2
особый, исключительный
special, exceptional · ξεχωριστή προσοχή — особое внимание
Грамматика
мужской род
им.
ξεχωριστός
вин.
ξεχωριστό
род.
ξεχωριστού
зват.
ξεχωριστέ
женский род
им.
ξεχωριστή
вин.
ξεχωριστή
род.
ξεχωριστής
зват.
ξεχωριστή
средний род
им.
ξεχωριστό
вин.
ξεχωριστό
род.
ξεχωριστού
зват.
ξεχωριστό
Примеры
Θέλω ξεχωριστό τραπέζι για τις δύο οικογένειες.
Я хочу отдельный стол для двух семей. · I want a separate table for the two families.
Οι ξεχωριστές απόψεις τους προκάλεσαν διαφωνία.
Их отличающиеся взгляды вызвали разногласие. · Their different views caused disagreement.
Αυτό είναι ένα ξεχωριστό όχημα με πολλές δυνατότητες.
Это особенное транспортное средство со множеством возможностей. · This is a special vehicle with many features.
Της έδωσε ξεχωριστή μεταχείριση γιατί ήταν νέα.
Он обращался с ней особенно, потому что она была новенькой. · He treated her specially because she was new.