Греческий словарь
с грамматикой

ξεχνώ

[kseχˈno]глаголA1

Значения

1
забывать, забыть
to forget · ξέχασα το όνομά του — забыл его имя
2
оставить где-то забытым, потерять
to leave behind, to lose · ξέχασα το κλειδί μου — забыл свой ключ

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεχνώ
εσύ
ξεχνάς
αυτός
ξεχνά
εμείς
ξεχνάμε
εσείς
ξεχνάτε
αυτοί
ξεχνάνε
Аорист
εγώ
ξέχασα
εσύ
ξέχασες
αυτός
ξέχασε
εμείς
ξεχάσαμε
εσείς
ξεχάσατε
αυτοί
ξέχασαν
Будущее
εγώ
θα ξεχάσω
εσύ
θα ξεχάσεις
αυτός
θα ξεχάσει
εμείς
θα ξεχάσουμε
εσείς
θα ξεχάσετε
αυτοί
θα ξεχάσουν

Примеры

Πάντα ξεχνάω τα κλειδιά μου.
Я всегда забываю свои ключи. · I always forget my keys.
Ξέχασα να σου πω κάτι σημαντικό.
Я забыл сказать тебе кое-что важное. · I forgot to tell you something important.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη στιγμή.
Я никогда не забуду этот момент. · I will never forget this moment.
Ξέχασε το παλτό της στο εστιατόριο.
Она оставила пальто в ресторане. · She left her coat at the restaurant.