Греческий словарь
с грамматикой

ξεφορτώνω

[ksefɔrˈtɔnɔ]глаголB1

Значения

1
разгружать (товары, груз)
to unload (cargo, goods) · ξεφορτώνω το φορτηγό — разгружаю грузовик
2
избавляться, освобождаться (от чего-то тяжёлого)
to get rid of, to unburden oneself (of something heavy) · ξεφορτώνω το άγχος — избавляюсь от стресса

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεφορτώνω
εσύ
ξεφορτώνεις
αυτός
ξεφορτώνει
εμείς
ξεφορτώνουμε
εσείς
ξεφορτώνετε
αυτοί
ξεφορτώνουν
Аорист
εγώ
ξεφόρτωσα
εσύ
ξεφόρτωσες
αυτός
ξεφόρτωσε
εμείς
ξεφορτώσαμε
εσείς
ξεφορτώσατε
αυτοί
ξεφόρτωσαν
Будущее
εγώ
θα ξεφορτώσω
εσύ
θα ξεφορτώσεις
αυτός
θα ξεφορτώσει
εμείς
θα ξεφορτώσουμε
εσείς
θα ξεφορτώσετε
αυτοί
θα ξεφορτώσουν

Примеры

Ξεφόρτωσαν τα κιβώτια από το φορτηγό.
Они разгрузили ящики с грузовика. · They unloaded the boxes from the truck.
Χρειάζεται να ξεφορτώσω αυτά τα προβλήματα.
Мне нужно избавиться от этих проблем. · I need to get rid of these problems.
Ξεφορτώνεται συχνά με τη φίλη της.
Она часто разговаривает со своей подругой, чтобы облегчить душу. · She often unburdens herself to her friend.
Είμαι χαρούμενη που ξεφόρτωσα την ευθύνη.
Я рада, что избавилась от этой ответственности. · I'm glad I've shed that responsibility.