Греческий словарь
с грамматикой

ξεφορτώνομαι

[kseforˈtɔnome]глаголB1

Значения

1
разгружаться, избавляться от груза
to unload, to get rid of cargo · το φορτηγό ξεφορτώνεται — грузовик разгружается
2
избавляться, освобождаться (переносное)
to unburden oneself, to get something off one's chest · ξεφορτώθηκα τα προβλήματά μου — я избавился от своих проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεφορτώνομαι
εσύ
ξεφορτώνεσαι
αυτός
ξεφορτώνεται
εμείς
ξεφορτωνόμαστε
εσείς
ξεφορτώνεστε
αυτοί
ξεφορτώνονται
Аорист
εγώ
ξεφόρτωσα
εσύ
ξεφόρτωσες
αυτός
ξεφόρτωσε
εμείς
ξεφορτώσαμε
εσείς
ξεφορτώσατε
αυτοί
ξεφόρτωσαν
Будущее
εγώ
θα ξεφορτωθώ
εσύ
θα ξεφορτωθείς
αυτός
θα ξεφορτωθεί
εμείς
θα ξεφορτωθούμε
εσείς
θα ξεφορτωθείτε
αυτοί
θα ξεφορτωθούν

Примеры

Το πλοίο ξεφορτώνεται στο λιμάνι.
Корабль разгружается в порту. · The ship is unloading in the harbour.
Ξεφόρτωσα όλες τις ανησυχίες μου στον ψυχολόγο.
Я рассказал психологу все свои беспокойства. · I unburdened myself to the psychologist.
Χρειάζεται να ξεφορτωθούν τα εμπορεύματα σήμερα.
Товары нужно разгрузить сегодня. · The goods need to be unloaded today.
Θα ξεφορτωθώ αυτό το βάρος σύντομα.
Я вскоре избавлюсь от этого бремени. · I'll get this burden off my shoulders soon.