Греческий словарь
с грамматикой

ξεφεύγω

[kseˈfevɣo]глаголB1

Значения

1
убегать, спасаться бегством
escape, flee, get away · ξεφεύγω από το σπίτι — убегаю из дома
2
избегать, уклоняться (от ответственности, опасности и т.д.)
avoid, evade, elude · ξεφεύγω την ευθύνη — избегаю ответственности
3
ускользать, выходить из-под контроля
slip away, escape (from control or memory) · το όνομά του ξεφεύγει — его имя ускользает (от памяти)

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεφεύγω
εσύ
ξεφεύγεις
αυτός
ξεφεύγει
εμείς
ξεφεύγουμε
εσείς
ξεφεύγετε
αυτοί
ξεφεύγουν
Аорист
εγώ
ξέφυγα
εσύ
ξέφυγες
αυτός
ξέφυγε
εμείς
ξέφυγαν
εσείς
ξέφυγαν
αυτοί
ξέφυγαν
Будущее
εγώ
θα ξεφύγω
εσύ
θα ξεφύγεις
αυτός
θα ξεφύγει
εμείς
θα ξεφύγουμε
εσείς
θα ξεφύγετε
αυτοί
θα ξεφύγουν

Примеры

Το παιδί ξέφυγε από το σχολείο.
Ребёнок убежал из школы. · The child escaped from school.
Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε την πραγματικότητα.
Мы не можем избежать действительности. · We cannot escape reality.
Ξεφεύγει συνέχεια από τις υποχρεώσεις του.
Он постоянно уклоняется от своих обязанностей. · He constantly avoids his responsibilities.
Το όνομά της ξεφεύγει με, αλλά θυμάμαι το πρόσωπό της.
Её имя ускользает от меня, но я помню её лицо. · Her name escapes me, but I remember her face.