Греческий словарь
с грамматикой

ξεσπώ

[ksesˈpo]глаголB1

Значения

1
взрываться, разражаться (о звуке, крике)
to burst out, break out (of sound, cry) · ξέσπασε σε κλάματα — разразилась плачем
2
вспыхивать (о конфликте, войне)
to break out, erupt (of conflict, war) · ξέσπασε πόλεμος — вспыхнула война

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεσπώ
εσύ
ξεσπάς
αυτός
ξεσπά
εμείς
ξεσπάμε
εσείς
ξεσπάτε
αυτοί
ξεσπάνε
Аорист
εγώ
ξέσπασα
εσύ
ξέσπασες
αυτός
ξέσπασε
εμείς
ξεσπάσαμε
εσείς
ξεσπάσατε
αυτοί
ξέσπασαν
Будущее
εγώ
θα ξεσπάσω
εσύ
θα ξεσπάσεις
αυτός
θα ξεσπάσει
εμείς
θα ξεσπάσουμε
εσείς
θα ξεσπάσετε
αυτοί
θα ξεσπάσουν

Примеры

Ξέσπασε σε κλάματα όταν άκουσε τα νέα.
Она разразилась плачем, когда услышала новость. · She burst into tears when she heard the news.
Ξέσπασε πόλεμος στην περιοχή τον Αύγουστο.
В августе в этом районе вспыхнула война. · War broke out in the region in August.
Το πλήθος ξεσπά σε χειροκροτήματα.
Толпа разражается аплодисментами. · The crowd bursts into applause.
Θα ξεσπάσει σκάνδαλο αν μάθουν την αλήθεια.
Вспыхнет скандал, если они узнают правду. · A scandal will break out if they find out the truth.