Греческий словарь
с грамматикой

ξεσκίζω

[ksesˈkizo]глаголB1

Значения

1
рвать, разрывать (что-либо на куски)
to tear, to rip (something to pieces) · ξεσκίζει το χαρτί — рвёт бумагу
2
изорвать, порвать в клочья
to shred, to tear to shreds · ξεσκίζω τα ρούχα — рву одежду на клочья

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεσκίζω
εσύ
ξεσκίζεις
αυτός
ξεσκίζει
εμείς
ξεσκίζουμε
εσείς
ξεσκίζετε
αυτοί
ξεσκίζουν
Аорист
εγώ
ξέσκισα
εσύ
ξέσκισες
αυτός
ξέσκισε
εμείς
ξεσκίσαμε
εσείς
ξεσκίσατε
αυτοί
ξέσκισαν
Будущее
εγώ
θα ξεσκίσω
εσύ
θα ξεσκίσεις
αυτός
θα ξεσκίσει
εμείς
θα ξεσκίσουμε
εσείς
θα ξεσκίσετε
αυτοί
θα ξεσκίσουν

Примеры

Ο σκύλος ξέσκισε το παιχνίδι του.
Собака разорвала свою игрушку. · The dog tore up its toy.
Μην ξεσκίζεις το χαρτί με τα δόντια σου!
Не рви бумагу зубами! · Don't tear the paper with your teeth!
Θα ξεσκίσω αυτό το φόρεμα αν πέσω.
Я порву это платье в клочья, если упаду. · I'll tear this dress to shreds if I fall.
Το ξεσκισμένο ύφασμα δεν μπορεί να επιδιορθωθεί εύκολα.
Порванную ткань нельзя легко отремонтировать. · The torn fabric cannot be easily repaired.