Греческий словарь
с грамматикой

ξερνώ

[kserˈno]глаголA1

Значения

1
рвать, вырывать (содержимое желудка)
to vomit, to throw up · ξερνώ από την ναυσία — рву от тошноты
2
плевать
to spit · ξερνώ στο έδαφος — плюю на землю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξερνώ
εσύ
ξερνάς
αυτός
ξερνάει
εμείς
ξερνάμε
εσείς
ξερνάτε
αυτοί
ξερνάνε
Аорист
εγώ
ξέρασα
εσύ
ξέρασες
αυτός
ξέρασε
εμείς
ξεράσαμε
εσείς
ξεράσατε
αυτοί
ξέρασαν
Будущее
εγώ
θα ξερνώ
εσύ
θα ξερνάς
αυτός
θα ξερνάει
εμείς
θα ξερνάμε
εσείς
θα ξερνάτε
αυτοί
θα ξερνάνε

Примеры

Το παιδί ξερνά από τη ζέστη.
Ребенок рвет от жары. · The child is vomiting from the heat.
Χθες ξέρασε όλη τη νύχτα.
Вчера он рвал всю ночь. · Yesterday he vomited all night long.
Δεν θα ξερνώ πια για αυτόν.
Я больше не буду плевать на него. · I won't spit on him anymore.