Греческий словарь
с грамматикой

ξεριζώνω

[kseriˈzono]глаголB2

Значения

1
искоренять, вырывать с корнем
to uproot, to eradicate · ξεριζώνω το δέντρο — вырываю дерево с корнем
2
уничтожать, искоренять (в переносном смысле)
to eradicate, to eliminate (figuratively) · ξεριζώνω την διαφθορά — искореняю коррупцию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεριζώνω
εσύ
ξεριζώνεις
αυτός
ξεριζώνει
εμείς
ξεριζώνουμε
εσείς
ξεριζώνετε
αυτοί
ξεριζώνουν
Аорист
εγώ
ξερίζωσα
εσύ
ξερίζωσες
αυτός
ξερίζωσε
εμείς
ξεριζώσαμε
εσείς
ξεριζώσατε
αυτοί
ξερίζωσαν
Будущее
εγώ
θα ξεριζώσω
εσύ
θα ξεριζώσεις
αυτός
θα ξεριζώσει
εμείς
θα ξεριζώσουμε
εσείς
θα ξεριζώσετε
αυτοί
θα ξεριζώσουν

Примеры

Χρειάζεται να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια από τον κήπο.
Нужно искоренить сорняки из сада. · We need to uproot the weeds from the garden.
Ο κυβερνήτης υπόσχεται να ξεριζώσει τη διαφθορά.
Премьер обещает искоренить коррупцию. · The prime minister promises to eradicate corruption.
Το δυνατό θύελλα ξερίζωσε πολλά δέντρα.
Сильный шторм вырвал много деревьев с корнем. · The strong storm uprooted many trees.
Ξεριζώνοντας τα προβλήματα από τη ρίζα τους, θα έχουμε μόνιμη λύση.
Искоренив проблемы с корнем, мы получим постоянное решение. · By eradicating problems at their root, we will have a permanent solution.