ξεραίνω
[kseˈreno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйA2
Значения
1
сушить, высушивать
to dry, to dry out · ξεραίνω τα ρούχα — сушу белье
2
иссушать, истощать
to parch, to wither · ο ήλιος ξεραίνει τα φυτά — солнце иссушает растения
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ξεραίνω
εσύ
ξεραίνεις
αυτός
ξεραίνει
εμείς
ξεραίνουμε
εσείς
ξεραίνετε
αυτοί
ξεραίνουν
Аорист
εγώ
ξέρανα
εσύ
ξέρανες
αυτός
ξέρανε
εμείς
ξεράναμε
εσείς
ξεράνατε
αυτοί
ξέραναν
Будущее
εγώ
θα ξεράνω
εσύ
θα ξεράνεις
αυτός
θα ξεράνει
εμείς
θα ξεράνουμε
εσείς
θα ξεράνετε
αυτοί
θα ξεράνουν
Примеры
Ξεραίνω τα μαλλιά μου με σεσουάρ.
Я сушу волосы феном. · I dry my hair with a hairdryer.
Η θερμότητα ξέρανε τα φύλλα του δέντρου.
Жара иссушила листья дерева. · The heat parched the leaves of the tree.
Τα ρούχα ξεραίνονται στον ήλιο.
Одежда сушится на солнце. · The clothes are drying in the sun.
Αν δεν το πολυαγαπάς, θα ξεράνει.
Если за ним не ухаживать, оно засохнет. · If you don't care for it, it will wither.