Греческий словарь
с грамматикой

ξεπετάω

[ksepetˈao]глаголB1

Значения

1
взлетать, внезапно взлетать в воздух
to take off suddenly, to fly up into the air · το πουλί ξεπέταξε — птица взлетела
2
вылетать (вырываться из чего-либо)
to fly out, to burst out of · ξεπέταξε από το παράθυρο — вылетел из окна

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεπετάω
εσύ
ξεπετάς
αυτός
ξεπετάει
εμείς
ξεπετάμε
εσείς
ξεπετάτε
αυτοί
ξεπετάνε
Аорист
εγώ
ξεπέταξα
εσύ
ξεπέταξες
αυτός
ξεπέταξε
εμείς
ξεπετάξαμε
εσείς
ξεπετάξατε
αυτοί
ξεπέταξαν
Будущее
εγώ
θα ξεπετάξω
εσύ
θα ξεπετάξεις
αυτός
θα ξεπετάξει
εμείς
θα ξεπετάξουμε
εσείς
θα ξεπετάξετε
αυτοί
θα ξεπετάξουν

Примеры

Το πουλί ξεπέταξε από το κλουβί.
Птица вылетела из клетки. · The bird flew out of the cage.
Κάθε πρωί τα περιστέρια ξεπετάνε στην αυλή.
Каждое утро голуби взлетают во дворе. · Every morning the pigeons take off in the courtyard.
Θα ξεπετάξει όταν ακούσει το θόρυβο.
Он вылетит, когда услышит шум. · It will take off when it hears the noise.
Ξεπετώντας ψηλά, το αετό αναζητούσε θήραμα.
Взлетев высоко, орёл искал добычу. · Flying high up, the eagle was hunting for prey.