Греческий словарь
с грамматикой

ξεπερνάω

[ksepərˈnaːo]глаголA2

Значения

1
превышать, переходить (границу, предел)
to exceed, to go beyond, to surpass · ξεπερνάω το όριο — превышать лимит
2
обгонять, обойти (на дороге)
to overtake, to pass (on the road) · ξεπερνάω ένα αυτοκίνητο — обогнать машину
3
пройти мимо, проехать мимо
to pass by, to go past · ξεπερνάω το σπίτι — пройти мимо дома

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεπερνάω
εσύ
ξεπερνάς
αυτός
ξεπερνάει
εμείς
ξεπερνάμε
εσείς
ξεπερνάτε
αυτοί
ξεπερνάνε
Аорист
εγώ
ξεπέρασα
εσύ
ξεπέρασες
αυτός
ξεπέρασε
εμείς
ξεπεράσαμε
εσείς
ξεπεράσατε
αυτοί
ξεπέρασαν
Будущее
εγώ
θα ξεπεράσω
εσύ
θα ξεπεράσεις
αυτός
θα ξεπεράσει
εμείς
θα ξεπεράσουμε
εσείς
θα ξεπεράσετε
αυτοί
θα ξεπεράσουν

Примеры

Δεν πρέπει να ξεπεράσεις το όριο ταχύτητας.
Ты не должен превышать ограничение скорости. · You must not exceed the speed limit.
Ο οδηγός ξεπέρασε το αυτοκίνητο μπροστά του.
Водитель обогнал машину впереди. · The driver overtook the car in front of him.
Θα ξεπεράσουμε το πάρκο και θα στρίψουμε δεξιά.
Мы пройдём мимо парка и повернём направо. · We'll pass the park and turn right.
Η εταιρεία ξεπερνάει τις προσδοκίες των επενδυτών.
Компания превосходит ожидания инвесторов. · The company is exceeding investors' expectations.