Греческий словарь
с грамматикой

ξεπεράω

[ksepεˈrao]глаголB1

Значения

1
превышать, перевешивать
exceed, surpass · ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες — превзошёл все ожидания
2
перейти через, пересечь
cross over, go beyond · ξεπέρασε τα σύνορα — пересёк границу
3
преодолеть, справиться с
overcome, get over · ξεπέρασε την κρίση — преодолел кризис

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεπεράω
εσύ
ξεπεράς
αυτός
ξεπερά
εμείς
ξεπεράμε
εσείς
ξεπεράτε
αυτοί
ξεπεράνε
Аорист
εγώ
ξεπέρασα
εσύ
ξεπέρασες
αυτός
ξεπέρασε
εμείς
ξεπεράσαμε
εσείς
ξεπεράσατε
αυτοί
ξεπέρασαν
Будущее
εγώ
θα ξεπεράσω
εσύ
θα ξεπεράσεις
αυτός
θα ξεπεράσει
εμείς
θα ξεπεράσουμε
εσείς
θα ξεπεράσετε
αυτοί
θα ξεπεράσουν

Примеры

Ο παίκτης ξεπέρασε το όριο ταχύτητας.
Водитель превысил ограничение скорости. · The driver exceeded the speed limit.
Θα ξεπεράσουμε τα δύσκολα χρόνια αυτά.
Мы преодолеем эти трудные времена. · We will get through these difficult times.
Ξεπέρασε τα σύνορα χωρίς έγγραφα.
Он пересёк границу без документов. · He crossed the border without papers.
Τα έξοδα ξεπεράνε το προϋπολογισμό.
Расходы превысили бюджет. · The expenses exceeded the budget.