ξεπακετάρω
[ksepakeˈtaro]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1
Значения
1
распаковать, вынимать из упаковки
to unpack, to unwrap · ξεπακετάρω το δώρο — распаковать подарок
2
раскрывать, выявлять (переносное значение)
to unpack, to reveal or explore (figurative) · ξεπακετάρω ένα πρόβλημα — разобраться с проблемой
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ξεπακετάρω
εσύ
ξεπακετάρεις
αυτός
ξεπακετάρει
εμείς
ξεπακετάρουμε
εσείς
ξεπακετάρετε
αυτοί
ξεπακετάρουν
Аорист
εγώ
ξεπακέταρα
εσύ
ξεπακέταρες
αυτός
ξεπακέταρε
εμείς
ξεπακετάραμε
εσείς
ξεπακετάρατε
αυτοί
ξεπακέταραν
Будущее
εγώ
θα ξεπακετάρω
εσύ
θα ξεπακετάρεις
αυτός
θα ξεπακετάρει
εμείς
θα ξεπακετάρουμε
εσείς
θα ξεπακετάρετε
αυτοί
θα ξεπακετάρουν
Примеры
Ξεπακέταρα τα πράγματά μου όταν έφτασα σπίτι.
Я распаковал свои вещи, когда пришёл домой. · I unpacked my things when I got home.
Θα ξεπακετάρουμε τα δώρα το πρωί.
Мы распакуем подарки утром. · We'll unpack the gifts in the morning.
Ξεπακετάρετε το πακέτο με προσοχή!
Распакуйте посылку осторожно! · Unpack the package carefully!
Χρειάζεται να ξεπακετάρουμε αυτό το θέμα λεπτομερώς.
Нам нужно разобраться с этим вопросом детально. · We need to unpack this issue in detail.