ξεμπερδεύω
[ksembeˈrðevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
распутать, разобраться
to untangle, to sort out, to unravel · ξεμπερδεύω ένα πρόβλημα — распутать проблему
2
выбраться, избавиться (от затруднения)
to get out of, to extricate oneself · ξεμπερδεύτηκε από την κατάσταση — вышла из затруднительного положения
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ξεμπερδεύω
εσύ
ξεμπερδεύεις
αυτός
ξεμπερδεύει
εμείς
ξεμπερδεύουμε
εσείς
ξεμπερδεύετε
αυτοί
ξεμπερδεύουν
Аорист
εγώ
ξεμπέρδεψα
εσύ
ξεμπέρδεψες
αυτός
ξεμπέρδεψε
εμείς
ξεμπερδέψαμε
εσείς
ξεμπερδέψατε
αυτοί
ξεμπέρδεψαν
Будущее
εγώ
θα ξεμπερδέψω
εσύ
θα ξεμπερδέψεις
αυτός
θα ξεμπερδέψει
εμείς
θα ξεμπερδέψουμε
εσείς
θα ξεμπερδέψετε
αυτοί
θα ξεμπερδέψουν
Примеры
Ξεμπέρδεψε τα σχοινιά που ήταν μπερδεμένα.
Он распутал верёвки, которые были спутаны. · He untangled the ropes that were tangled.
Τελικά ξεμπερδέψαμε το προβλημά μας.
В конце концов мы разобрались со своей проблемой. · We finally sorted out our problem.
Πώς θα ξεμπερδευτεί από αυτή την κατάσταση;
Как он выберется из этого положения? · How will he get out of this situation?
Ξεμπερδεύονται με δυσκολία στη δική τους υπόθεση.
Они с трудом разбираются в своём деле. · They are struggling to sort out their own matter.