Греческий словарь
с грамматикой

ξεμένω

[kseˈmeno]глаголB1

Значения

1
остаться, оставаться (на каком-то месте, в каком-то состоянии)
to be left, to remain, to stay · ξεμένει εδώ — остаётся здесь
2
остаться без (чего-либо), лишиться
to be left without, to lack · ξεμένω χωρίς χρήματα — остаюсь без денег
3
прерваться, оборваться (о разговоре, отношениях)
to break off, to be cut short · ξεμένει η συνομιλία — разговор прерывается

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεμένω
εσύ
ξεμένεις
αυτός
ξεμένει
εμείς
ξεμένουμε
εσείς
ξεμένετε
αυτοί
ξεμένουν
Аорист
εγώ
ξέμεινα
εσύ
ξέμεινες
αυτός
ξέμεινε
εμείς
ξεμείναμε
εσείς
ξεμείνατε
αυτοί
ξέμειναν
Будущее
εγώ
θα ξεμείνω
εσύ
θα ξεμείνεις
αυτός
θα ξεμείνει
εμείς
θα ξεμείνουμε
εσείς
θα ξεμείνετε
αυτοί
θα ξεμείνουν

Примеры

Ξέμεινα μόνος στο σπίτι για ώρες.
Я остался один дома на несколько часов. · I was left alone at home for hours.
Όταν φεύγει, ξεμένουν τα παιδιά με τη γιαγιά.
Когда она уходит, дети остаются с бабушкой. · When she leaves, the children stay with their grandmother.
Ξέμεινε χωρίς να πει καμία λέξη.
Он остался без единого слова. · He was left speechless.
Θα ξεμείνει εδώ ως το βράδυ.
Он останется здесь до вечера. · He will stay here until evening.