ξεκούραση
[ksekuˈrasi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
отдых, отдохновение
rest, relaxation · χρειάζομαι ξεκούραση — мне нужен отдых
2
перерыв
break · κάντε μια ξεκούραση — сделайте перерыв
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ξεκούραση
вин.
την ξεκούραση
род.
της ξεκούρασης
зват.
ξεκούραση
Мн. ч.
им.
οι ξεκουράσεις
вин.
τις ξεκουράσεις
род.
των ξεκουράσεων
зват.
ξεκουράσεις
Примеры
Μετά τη δουλειά, χρειάζεται ξεκούραση.
После работы нужен отдых. · After work, rest is needed.
Πάμε για ξεκούραση στην παραλία.
Пойдём отдохнуть на пляж. · Let's go relax at the beach.
Οι ξεκουράσεις είναι σημαντικές για την υγεία.
Перерывы важны для здоровья. · Breaks are important for health.
Χρειάζομαι μια ξεκούραση από τα προβλήματα.
Мне нужно отвлечься от проблем. · I need a break from problems.