Греческий словарь
с грамматикой

ξεκουράζω

[ksekuˈrazo]глаголA2

Значения

1
отдыхать, отдохнуть
to rest, to have a rest · ξεκουράζομαι στο σαλόνι — отдыхаю в гостиной
2
дать отдохнуть, позволить расслабиться
to let someone rest, to give relief · ξεκούρασε το παιδί — дал ребёнку отдохнуть

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεκουράζω
εσύ
ξεκουράζεις
αυτός
ξεκουράζει
εμείς
ξεκουράζουμε
εσείς
ξεκουράζετε
αυτοί
ξεκουράζουν
Аорист
εγώ
ξεκούρασα
εσύ
ξεκούρασες
αυτός
ξεκούρασε
εμείς
ξεκουράσαμε
εσείς
ξεκουράσατε
αυτοί
ξεκούρασαν
Будущее
εγώ
θα ξεκουράσω
εσύ
θα ξεκουράσεις
αυτός
θα ξεκουράσει
εμείς
θα ξεκουράσουμε
εσείς
θα ξεκουράσετε
αυτοί
θα ξεκουράσουν

Примеры

Ξεκουράζομαι κάθε απόγευμα για μια ώρα.
Я отдыхаю каждый день часа два пополудни. · I rest every afternoon for an hour.
Χρειάζεται να ξεκουράσεις πριν την αποψινή συνάντηση.
Тебе нужно отдохнуть перед вечерней встречей. · You need to rest before tonight's meeting.
Ο γιατρός του είπε να ξεκουράσει για δύο εβδομάδες.
Врач сказал ему отдохнуть две недели. · The doctor told him to rest for two weeks.
Αφού ξεκούρασε, ήταν πολύ καλύτερα.
После того как он отдохнул, ему стало намного лучше. · After he had rested, he felt much better.