Греческий словарь
с грамматикой

ξεκολλώ

[ksekɔˈlo]глаголA2

Значения

1
отклеивать, отлепливать
to unstick, to peel off · ξεκολλώ το αυτοκόλλητο — отклеиваю наклейку
2
отходить (от кого-то), отставать
to leave (someone), to fall behind · ξεκόλλησε από τους φίλους του — отошел от своих друзей
3
оторваться, удалиться
to break away, to move away · ξεκόλλησε από το έδαφος — оторвалось от земли

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεκολλώ
εσύ
ξεκολλάς
αυτός
ξεκολλά
εμείς
ξεκολλάμε
εσείς
ξεκολλάτε
αυτοί
ξεκολλάνε
Аорист
εγώ
ξεκόλλησα
εσύ
ξεκόλλησες
αυτός
ξεκόλλησε
εμείς
ξεκολλήσαμε
εσείς
ξεκολλήσατε
αυτοί
ξεκόλλησαν
Будущее
εγώ
θα ξεκολλώ
εσύ
θα ξεκολλάς
αυτός
θα ξεκολλά
εμείς
θα ξεκολλάμε
εσείς
θα ξεκολλάτε
αυτοί
θα ξεκολλάνε

Примеры

Ξεκόλλησε προσεκτικά το αυτοκόλλητο.
Он аккуратно отклеил наклейку. · He carefully peeled off the sticker.
Τα παιδιά ξεκολλάνε από τις τάξεις τους αργά.
Дети медленно выходят из своих классов. · The children slowly leave their classrooms.
Θα ξεκολλήσω το σημείωμα από την πόρτα.
Я сниму записку с двери. · I will take the note off the door.
Ξεκόλλα το δέρμα που λέπιάζει.
Отдели шелушащуюся кожу. · Peel off the flaking skin.