Греческий словарь
с грамматикой

ξεκινάω

[ksekiˈna.o]глаголA1

Значения

1
начинать, начать
to start, to begin · ξεκινάω την εργασία — начинаю работу
2
отправляться, выезжать
to set off, to depart · ξεκινάω για τη δουλειά — отправляюсь на работу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεκινάω
εσύ
ξεκινάς
αυτός
ξεκινάει
εμείς
ξεκινάμε
εσείς
ξεκινάτε
αυτοί
ξεκινάνε
Аорист
εγώ
ξεκίνησα
εσύ
ξεκίνησες
αυτός
ξεκίνησε
εμείς
ξεκινήσαμε
εσείς
ξεκινήσατε
αυτοί
ξεκίνησαν
Будущее
εγώ
θα ξεκινήσω
εσύ
θα ξεκινήσεις
αυτός
θα ξεκινήσει
εμείς
θα ξεκινήσουμε
εσείς
θα ξεκινήσετε
αυτοί
θα ξεκινήσουν

Примеры

Ξεκινάω τη δουλειά στις εννέα το πρωί.
Я начинаю работу в девять утра. · I start work at nine in the morning.
Αύριο ξεκινούμε για Αθήνα.
Завтра мы выезжаем в Афины. · Tomorrow we're leaving for Athens.
Το μάθημα ξεκίνησε πολύ νωρίς.
Урок начался очень рано. · The lesson started very early.
Θα ξεκινήσουμε μετά το φαγητό.
Мы начнём после еды. · We'll begin after eating.