ξεκίνημα
[ksekˈinima]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
начало, старт
beginning, start · το ξεκίνημα του αγώνα — начало соревнования
2
инициатива, предприятие
initiative, undertaking · ένα ξεκίνημα για τη δημιουργία έργων — инициатива по созданию проектов
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ξεκίνημα
вин.
το ξεκίνημα
род.
του ξεκινήματος
зват.
ξεκίνημα
Мн. ч.
им.
τα ξεκινήματα
вин.
τα ξεκινήματα
род.
των ξεκινημάτων
зват.
ξεκινήματα
Примеры
Το ξεκίνημα του προγράμματος ήταν επιτυχές.
Начало программы прошло успешно. · The start of the program was successful.
Αυτό είναι ένα καλό ξεκίνημα για το έργο.
Это хорошее начало для проекта. · This is a good start for the project.
Τα ξεκινήματα των νέων επιχειρήσεων είναι δύσκολα.
Начало новых предприятий бывает трудным. · The beginnings of new ventures are difficult.
Χρειαζόμαστε χρήματα για το ξεκίνημα αυτής της ιδέας.
Нам нужны деньги, чтобы начать эту идею. · We need money to get this idea off the ground.