Греческий словарь
с грамматикой

ξεθωριάζω

[kseθoˈrjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
забывать, теряться в памяти
to fade away, to be forgotten · η μνήμη ξεθωριάζει — память тускнеет
2
бледнеть, терять яркость (цвет, краска)
to fade, to lose colour or brightness · το χρώμα ξεθωριάζει — цвет выцветает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξεθωριάζω
εσύ
ξεθωριάζεις
αυτός
ξεθωριάζει
εμείς
ξεθωριάζουμε
εσείς
ξεθωριάζετε
αυτοί
ξεθωριάζουν
Аорист
εγώ
ξεθώρασα
εσύ
ξεθώρασες
αυτός
ξεθώρασε
εμείς
ξεθωράσαμε
εσείς
ξεθωράσατε
αυτοί
ξεθώρασαν
Будущее
εγώ
θα ξεθωριάσω
εσύ
θα ξεθωριάσεις
αυτός
θα ξεθωριάσει
εμείς
θα ξεθωριάσουμε
εσείς
θα ξεθωριάσετε
αυτοί
θα ξεθωριάσουν

Примеры

Οι παλιές φωτογραφίες ξεθωριάζουν με το χρόνο.
Старые фотографии выцветают со временем. · Old photographs fade with time.
Η ανθea αρχίσει να ξεθωριάζει μετά δύο εβδομάδες.
Цветок начинает тускнеть через две недели. · The flower begins to fade after two weeks.
Αυτές οι αναμνήσεις ποτέ δεν θα ξεθωριάσουν.
Эти воспоминания никогда не забудутся. · These memories will never fade away.