Греческий словарь
с грамматикой

ξαφνιάζομαι

[ksafˈɲazome]глаголB1

Значения

1
удивляться, поражаться, застать врасплох
to be surprised, to be taken aback, to be startled · ξαφνιάζομαι με την είδηση — удивляюсь новости
2
приходить в удивление, восхищаться
to be amazed, to marvel · ξαφνιάζομαι με την ομορφιά — восхищаюсь красотой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαφνιάζομαι
εσύ
ξαφνιάζεσαι
αυτός
ξαφνιάζεται
εμείς
ξαφνιαζόμαστε
εσείς
ξαφνιάζεστε
αυτοί
ξαφνιάζονται
Аорист
εγώ
ξαφνιάστηκα
εσύ
ξαφνιάστηκες
αυτός
ξαφνιάστηκε
εμείς
ξαφνιαστήκαμε
εσείς
ξαφνιαστήκατε
αυτοί
ξαφνιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα ξαφνιαστώ
εσύ
θα ξαφνιαστείς
αυτός
θα ξαφνιαστεί
εμείς
θα ξαφνιαστούμε
εσείς
θα ξαφνιαστείτε
αυτοί
θα ξαφνιαστούν

Примеры

Ξαφνιάστηκα όταν άκουσα την απόφαση.
Я поразился, когда услышал это решение. · I was taken aback when I heard that decision.
Πάντα ξαφνιάζομαι με τη δημιουργικότητα του.
Я всегда восхищаюсь его творчеством. · I'm always amazed by his creativity.
Θα ξαφνιαστείς όταν δεις το αποτέλεσμα.
Ты удивишься, когда увидишь результат. · You'll be surprised when you see the result.
Ξαφνιάζονται οι περισσότεροι με αυτή τη ιστορία.
Большинство поражаются этой историей. · Most people are amazed by this story.