Греческий словарь
с грамматикой

ξανασκέφτομαι

[ksanasˈkeftome]глаголB1

Значения

1
передумать, пересмотреть решение
to reconsider, to change one's mind · ξανασκέφτηκα την απόφασή μου — я пересмотрела свое решение
2
снова подумать о чем-либо
to think again about something · ξανασκέφτου τα λόγια του — снова подумай о его словах

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξανασκέφτομαι
εσύ
ξανασκέφτεσαι
αυτός
ξανασκέφτεται
εμείς
ξανασκεπτόμαστε
εσείς
ξανασκέφτεστε
αυτοί
ξανασκέφτονται
Аорист
εγώ
ξανασκέφτηκα
εσύ
ξανασκέφτηκες
αυτός
ξανασκέφτηκε
εμείς
ξανασκεφτήκαμε
εσείς
ξανασκεφτήκατε
αυτοί
ξανασκέφτηκαν
Будущее
εγώ
θα ξανασκεφτώ
εσύ
θα ξανασκεφτείς
αυτός
θα ξανασκεφτεί
εμείς
θα ξανασκεφτούμε
εσείς
θα ξανασκεφτείτε
αυτοί
θα ξανασκεφτούν

Примеры

Θα ξανασκεφτώ την πρόταση του αύριο.
Завтра я пересмотрю его предложение. · Tomorrow I'll reconsider his proposal.
Ξανασκέφτηκε και δέχτηκε το δουλειά.
Она передумала и согласилась работать. · She changed her mind and accepted the job.
Πρέπει να ξανασκεφτούμε τη στρατηγία μας.
Нам нужно пересмотреть нашу стратегию. · We need to rethink our strategy.
Ξανασκέψου πριν πάρεις απόφαση.
Подумай еще раз перед тем, как принять решение. · Think again before you decide.