Греческий словарь
с грамматикой

ξαναπερνώ

[ˌksanaperˈno]глаголA2

Значения

1
проходить снова, переходить снова
to pass again, to cross again · ξανα περνώ το δρόμο — я снова перехожу дорогу
2
проходить мимо снова
to pass by again · ξανα περνώ από το σπίτι — я снова проходу мимо дома

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναπερνώ
εσύ
ξαναπερνάς
αυτός
ξαναπερνά
εμείς
ξαναπερνάμε
εσείς
ξαναπερνάτε
αυτοί
ξαναπερνάνε
Аорист
εγώ
ξαναπέρασα
εσύ
ξαναπέρασες
αυτός
ξαναπέρασε
εμείς
ξαναπεράσαμε
εσείς
ξαναπεράσατε
αυτοί
ξαναπέρασαν
Будущее
εγώ
θα ξαναπερνώ
εσύ
θα ξαναπερνάς
αυτός
θα ξαναπερνά
εμείς
θα ξαναπερνάμε
εσείς
θα ξαναπερνάτε
αυτοί
θα ξαναπερνάνε

Примеры

Ξαναπερνάω από το σημείο αυτό κάθε μέρα.
Я снова проходу мимо этой точки каждый день. · I pass by this spot again every day.
Χθες ξαναπέρασε από τον δρόμο τούτο.
Вчера он снова прошёл по этой улице. · Yesterday he passed down this street again.
Θα ξαναπερνάμε από εδώ αύριο.
Завтра мы снова пройдём отсюда. · Tomorrow we will pass through here again.
Ξαναπέρνα από το ίδιο μέρος και θα δεις τον φίλο μου.
Пройди снова мимо того же места, и ты увидишь моего друга. · Pass by the same place again, and you will see my friend.