ξαναπαντρεύω
[ˌksana̱panˈdrevo̱]глаголB1
Значения
1
жениться/выходить замуж повторно, вступить в брак снова
remarry, marry again · ξαναπαντρεύθηκε μετά από χρόνια — он женился снова спустя много лет
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ξαναπαντρεύω
εσύ
ξαναπαντρεύεις
αυτός
ξαναπαντρεύει
εμείς
ξαναπαντρεύουμε
εσείς
ξαναπαντρεύετε
αυτοί
ξαναπαντρεύουν
Аорист
εγώ
ξαναπαντρεύθηκα
εσύ
ξαναπαντρεύθηκες
αυτός
ξαναπαντρεύθηκε
εμείς
ξαναπαντρεύθηκαμε
εσείς
ξαναπαντρεύθηκατε
αυτοί
ξαναπαντρεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα ξαναπαντρευθώ
εσύ
θα ξαναπαντρευθείς
αυτός
θα ξαναπαντρευθεί
εμείς
θα ξαναπαντρευθούμε
εσείς
θα ξαναπαντρευθείτε
αυτοί
θα ξαναπαντρευθούν
Примеры
Η μητέρα μου ξαναπαντρεύθηκε δύο χρόνια μετά.
Моя мать вышла замуж снова два года спустя. · My mother remarried two years later.
Δεν νομίζω ότι θα ξαναπαντρευθεί ποτέ.
Я не думаю, что он когда-нибудь снова женится. · I don't think he'll ever remarry.
Ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται με μια γυναίκα πολύ νεότερη.
Его отец женится снова на намного более молодой женщине. · His father is remarrying to a much younger woman.