Греческий словарь
с грамматикой

ξαναπάω

[ksanaˈpao]глаголA2

Значения

1
идти снова, идти еще раз
go again, return · ξαναπάω στο σχολείο — снова идти в школу
2
снова начать, возобновить
start again, resume · ξαναπάω τη δουλειά — возобновить работу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναπάω
εσύ
ξαναπάς
αυτός
ξαναπάει
εμείς
ξαναπάμε
εσείς
ξαναπάτε
αυτοί
ξαναπάνε
Аорист
εγώ
ξαναπήγα
εσύ
ξαναπήγες
αυτός
ξαναπήγε
εμείς
ξαναπήγαμε
εσείς
ξαναπήγατε
αυτοί
ξαναπήγαν
Будущее
εγώ
θα ξαναπάω
εσύ
θα ξαναπάς
αυτός
θα ξαναπάει
εμείς
θα ξαναπάμε
εσείς
θα ξαναπάτε
αυτοί
θα ξαναπάνε

Примеры

Αύριο ξαναπάω στο γυμναστήριο.
Завтра я снова пойду в спортзал. · Tomorrow I'm going to the gym again.
Ξαναπήγαμε στο ίδιο εστιατόριο τρεις φορές.
Мы возвращались в тот же ресторан три раза. · We went back to the same restaurant three times.
Δεν θέλω να ξαναπάω εκεί.
Я не хочу туда больше идти. · I don't want to go back there.