Греческий словарь
с грамматикой

ξαναμιλάω

[ˈksanamilˈao]глаголA2

Значения

1
снова говорить, разговаривать снова
to speak again, talk again · ξαναμιλάμε για αυτό — мы снова об этом говорим
2
возобновить разговор, помириться (после ссоры)
to make up, to speak to someone again (after a quarrel) · ξαναμιλήσαμε μετά τη φιλονικία — мы помирились после ссоры

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναμιλάω
εσύ
ξαναμιλάς
αυτός
ξαναμιλάει
εμείς
ξαναμιλάμε
εσείς
ξαναμιλάτε
αυτοί
ξαναμιλάνε
Аорист
εγώ
ξαναμίλησα
εσύ
ξαναμίλησες
αυτός
ξαναμίλησε
εμείς
ξαναμιλήσαμε
εσείς
ξαναμιλήσατε
αυτοί
ξαναμίλησαν
Будущее
εγώ
θα ξαναμιλήσω
εσύ
θα ξαναμιλήσεις
αυτός
θα ξαναμιλήσει
εμείς
θα ξαναμιλήσουμε
εσείς
θα ξαναμιλήσετε
αυτοί
θα ξαναμιλήσουν

Примеры

Ξαναμιλάμε για το πρόβλημα την επόμενη μέρα.
На следующий день мы снова поговорили о проблеме. · The next day we talked about the problem again.
Δεν ξαναμίλησαν ποτέ μετά την καβγάδα.
Они больше никогда не разговаривали после ссоры. · They never spoke to each other again after the quarrel.
Θα ξαναμιλήσουμε για αυτό αργότερα.
Мы об этом позже снова поговорим. · We'll discuss it again later.
Ξαναμίλα με τη μητέρα σου και ζητάς συγγνώμη.
Поговори снова со своей матерью и извинись. · Speak to your mother again and apologize.